Αρχαία Γόρτυνα

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, στη Γόρτυνα, στη σκιά ενός πλατάνου που από τότε παρέμεινε αειθαλής, ενώθηκαν ο Δίας με την Ευρώπη.
Καρπός της ερωτικής ένωσης τους, ήταν ο Μίνωας, ο βασιλιάς της Κνωσού, ο Ραδάμανθυς και ο Σαρπηδόνας.
Η περιοχή της Γόρτυνας βρίσκεται στην εύφορη πεδιάδα της Μεσσαράς, στη Νότια Κρήτη, η οποία περιβάλλεται από την οροσειρά του Ψηλορείτη και των Αστερουσίων Ορέων. Η εύφορη πεδιάδα θεωρείται βασική παράμετρος και ιδανική προϋπόθεση για την ανοδική πορεία και την πολιτισμική ανέλιξη ης Γόρτυνας. Η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από τη Νεολιθική εποχή (7000 π.Χ.). Γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κατά τη Μινωική περίοδο (1600 π.Χ. - 1100 π.Χ.) και έφτασε στη μέγιστη ακμή της κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο (1ος αι. π.Χ.- 4ος αι. μ.Χ.). Από τα μέσα της 1ης χιλιετίας π.Χ. και εξής (γύρω στο 800/700 π.Χ.), η Γόρτυνα, αύξησε τη δύναμή της, κατόρθωσε να ξεπεράσει τη Φαιστό και αναδείχθηκε σε ηγέτιδα δύναμη στη Μεσσαρά.
Η πόλη έφτασε στο απόγειο της ακμής, του κύρους και του γοήτρου της και γνώρισε σημαντική πρόοδο σε όλους τους τομείς της πνευματικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής έως τη σταδιακή αποδυνάμωση της.
Η ελαιοκομία και η μελισσοκομία κατείχαν πολύ σημαντική θέση στη ζωή των αρχαίων Κρητών, όπως μαρτυρούν πινακίδες που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη.
Μεταξύ των προϊόντων που καλλιεργούσαν µε επιτυχία και εμπορεύονταν οι αρχαίοι Κρήτες ξεχώριζαν το λάδι, το μέλι, τα σιτηρά, αλλά και το κρασί.
Το ελαιόλαδο και το μέλι κυριάρχησαν σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των Ελλήνων από την αρχαιότητα έως σήμερα.
Αυτή η μακραίωνη παρουσία τα συνέδεσε με τον πολιτισμό, τη θρησκεία, την τέχνη, τη διατροφή και την υγεία.